Ζήτημα τιμής

Αν ήταν ήρωας σε σενάριο ταινίας του Χόλιγουντ θα έπαιζε ως το τελευταίο λεπτό του αγώνα, θα σκόραρε το νικητήριο τέρμα. Όμως ήταν απλά ο Ζινεντίν Ζιντάν και η κουτουλιά στον Ματεράτσι, ζήτημα τιμής.

Ζήτημα τιμής | to10.gr

Οι παλμοί του δεν φάνηκε να ανεβαίνουν. Παρέμεινε ψύχραιμος. Μονάχα κάποιες συσπάσεις στους μυς του προσώπου του, πρόδιδαν νεύρα. Κι αυτές μόνο την επίμαχη στιγμή. Έπειτα; Έπειτα δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την κόκκινη κάρτα του διαιτητή, έβγαλε το περιβραχιόνιο του αρχηγού από το μπράτσο του και πήρε το δρόμο για τα αποδυτήρια.

Την Γαλλία εκείνος την οδήγησε ως τον τελικό. Αυτός ο κορεσμένος, ο γερασμένος. Το έκανε γιατί «έπρεπε» έχοντας παράλληλα όλα τα βλέμματα του πλανήτη πάνω του. Μόλις στο 4ο λεπτό της αναμέτρησης κόντρα στην Ιταλία είχε το θράσος να σκοράρει με πέναλτι-Πανένκα απέναντι στον καλύτερο τερματοφύλακα της Γης. Κουμάντο θα έκανε αυτός. Ο τελικός είχε την υπογραφή του πριν καν ο ρέφερι σφυρίξει την σέντρα.

Το παιχνίδι οδηγείται στην παράταση με το σκορ στο 1-1 κι εκείνος έχει κερδίσει το δικαίωμα να είναι ο εαυτός του, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Όταν λοιπόν στο 112 λεπτό του τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ο Μάρκο Ματεράτσι βρίζει χυδαία την αδερφή του (ή τουλάχιστον έτσι υποστήριξε ο ίδιος), εκείνος γυρίζει και τον χτυπά στο στήθος με κουτουλιά. Ο Ιταλός στόπερ πέφτει στον αγωνιστικό χώρο. Ο Ζιντάν είναι ανέκφραστος. Δεν απομακρύνεται καν από το σημείο.

Είναι έτοιμος να δεχτεί τις συνέπειες της πράξης του και λίγο τον νοιάζει. Ο ρέφερι ο Αργεντινός Οράσιο Ελιζόντο δεν είχε δει τι είχε συμβεί. Χρειάστηκε να ρωτήσει όλους τους βοηθούς του και στη συνέχεια, μετά από έναν μικρό δισταγμό να βάλει το χέρι στο τσεπάκι, να βγάλει την κόκκινη, και να τον αποβάλει.

Ο ίδιος γνωρίζει καλά τι έχει κάνει. Εκείνη την στιγμή οι προβολείς του σταδίου τρεμοπαίζουν, ο κόσμος στις κερκίδες εξαφανίζεται, κι εκείνος γίνεται πάλι 12, 14, 15. Βγάζει το περιβραχιόνιο του αρχηγού και αποχωρεί από το γρασίδι γιατί κάποιος τόλμησε να θίξει την οικογένειά του. Ό,τι κι αν συνέβη πριν και μετά, δεν είχε πλέον καμία σημασία. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, 13 χρόνια μετά, το Μουντιάλ του 2006 είναι αρχικά δικό του, κι έπειτα της Ιταλίας.

Δεν τον ένοιαζε, αυτός ήταν. Αυτός ήταν καθόλη τη διάρκεια της καριέρας του, ασχέτως αν πάντοτε πειθαρχούσε και δεχόταν χωρίς αντίδραση κάθε αντιαθλητικό χτύπημα αντιπάλου, κάθε προσβολή.  Εκείνο ήταν όμως το τελευταίο του παιχνίδι. Κι αυτός, ένας πρίγκιπας αλήτης, ένας Γάλλος με Αλγερινή καταγωγή, ένας άνθρωπος που είδε να προβάλλεται στο Παγκόσμιο Κύπελλο, στη γιγαντοοθόνη του μυαλού του, μια φάση παρόμοια με όσες ζούσε σαν παιδί στις γειτονιές της Μασσαλίας, όφειλε να αντιδράσει.

Δεν εξήγησε ποτέ  τι ακριβώς συνέβη, δεν έσπευσε ποτέ να υπερασπιστεί την υστεροφημία του. Ζήτησε μόνο συγγνώμη από τον κόσμο, από τα παιδιά, για την βίαιη αντίδρασή του. Δεν μετάνιωσε, θα ήταν σαν να αποδεχόταν την προσβολή. Ήταν ένας «φθαρτός» ήρωας που την στιγμή που πλησίαζε το τέλος μιας τεράστιας καριέρας, επέλεξε να επιστρέψει στην αρχή. Να γυρίσει στους χωμάτινους δρόμους της γειτονιάς του, να γδάρει την εικόνα του, να αμαυρώσει την τελευταία του στιγμή. Γιατί τότε, δεν ανεχόταν από κανέναν να προσβάλει εκείνον και την οικογένειά του. Ήταν ζήτημα τιμής.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Κλείσιμο